Ὁ Ὀδυσσεὺς Ἀνδροῦτσος. ῏Ητο υἱὸς τοῦ περιφήμου Ἀνδρίτσου, τοῦ συμπολεμιστοῦ τοῦ Κατσώνη. ᾽Εγεννήθη εἰς τὴν ᾽Ιθάκην (1770) καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα τοῦ ὁμηρικοῦ ἥρωος. ῏Ητο μόλις 15 έτῶν, ὅταν τὸν προσέλαβεν ὁ Ἀλῆ Πασᾶς. ᾽Εξετίμησε τὸ θάρρος του καὶ τὸν διώρισεν ἀργότερα γενικὸν ἀρματολὸν τῆς Βοιωτίας, Φωκίδος καὶ Δωρίδος.
Ὁ Ὀδυσσεὺς εἶχε μέτριον ἀνάστημα, ὡραῖον σῶμα καὶ δασύτριχα στήθη.
«Σὰν βράχος εἶν’ οἱ πλάτες του,
σὰν κάστρο ἡ κεφαλὴ του
καὶ τὰ πλατειὰ τὰ στήθια του
τοῖχος χορταριασμένος».
Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ἦλθεν εἰς τὴν Φωκίδα καὶ συνεκέντρωσε πολλά παλληκάρια. ῞Οταν ἔμαθε τὸν ἡρωϊκὸν θάνατον τοῦ Διάκου, ἠθέλησε νὰ ἐκδικηθῇ τοὺς Τούρκους. Ἔμαθεν ἐξ ἄλλου τὸ σχέδιον τῆς πορείας των καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν ἀνακὸψῃ ὥστε νὰ μὴν περάσουν εἰς τὴν Πελοπὸννησον.